Ποια funds "σαρώνουν" το real estate

 

 Όπως επισημαίνουν κτηματομεσιτικοί οίκοι στο «Κ», ήδη στην Ελλάδα η είσοδος του αμερικανικού fund York Capital στο deal της Invel με τη μέχρι πρότινος θυγατρική της Εθνικής, Πανγαία, αποτελεί μια κλασική τέτοια περίπτωση. Υπενθυμίζεται πως στη συγκεκριμένη επένδυση η York Capital συμμετείχε με το ποσό των 125 εκαι. ευρώ στην εξαγορά του 66% της ΕΤΕ στην Πανγαία από την Invel Real Estate Partners έναντι περίπου 653 εκατ. ευρώ. Το υπόλοιπο ποσό καλύφθηκε κυρίως με δανεισμό από την πωλήτρια τράπεζα και ίδια κεφάλαια της Invel.

Την ίδια ώρα, ο αμερικανικός συμβουλευτικός οίκος real estate NAI Global, που ανήκει στη C-III Capital Partners LLC, επισημαίνει σε ειδική μελέτη του για την ελληνική αγορά ακινήτων την ύπαρξη επενδυτικών ευκαιριών στις αγορές του ξενοδοχειακού real estate, στα πολύ υψηλής ποιότητας κτίρια γραφείων, στον κλάδο των σύγχρονων εμπορικών κέντρων, στις ανακαινίσεις και επανατοποθετήσεις ακινήτων στην αγορά, αλλά και σε επιλεγμένα ακίνητα logistics.
 
Σημειώνει, δε, πως στους γραφειακούς χώρους τα ενοίκια και οι αποδόσεις για τα κτίρια πρώτης κατηγορίας, δηλαδή υψηλής ποιότητας και προδιαγραφών, έχουν σταθεροποιηθεί και κυμαίνονται από 12 έως 20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον μήνα, εμφανίζοντας αποδόσεις από 8,25% έως 11%.
 
Η τάση εισόδου hedge και private equity funds στο real estate έχει ανακύψει από το κενό χρηματοδότησης που έχει δημιουργήσει το πάγωμα της αγοράς τιτλοποιημένων ενυπόθηκων δανείων. Μιας αγοράς η οποία επέτρεπε στις τράπεζες να αντλήσουν χρηματοδοτήσεις με εγγύηση χαρτοφυλάκια ακινήτων και με αυτές να πιστοδοτήσουν την ανάπτυξη εμπορικών και άλλων ακινήτων. Οι πωλήσεις τέτοιων αξιογράφων στην Ευρώπη έχουν συρρικνωθεί την τελευταία 5ετία στα μόλις 3,7 δισ. ευρώ ετησίως, έναντι 39,9 δισ. ευρώ το 2007, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
 
Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τη Cheyne Capital Management, δημιουργεί ευκαιρίες για τα funds να αγοράσουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τις τράπεζες ή να χρηματοδοτήσουν απευθείας την αγορά. Το σύνολο των τιτλοποιημένων ενυπόθηκων δανείων ακινήτων στην Ευρώπη έχει ονομαστική αξία της τάξης των 100 δισ. ευρώ, η οποία είναι κατά 33% χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2009, καθώς οι τράπεζες βρίσκονται εν μέσω της μεγαλύτερης διαδικασίας απομόχλευσης στη σύγχρονη ιστορία τους.
 
Σε αυτό το περιβάλλον, επενδυτικά σχήματα όπως η Renshaw Bay λανσάρουν νέα funds, με στόχο τη συγκέντρωση κεφαλαίων για επενδύσεις στα ευρωπαϊκά ακίνητα. Η Renshaw Bay συγκέντρωσε το τελευταίο διάστημα άνω των 150 εκατ. ευρώ, ενώ και άλλα σχήματα, όπως η AgFe LLP και η East Lodge Capital Partners LLP, προβαίνουν σε ανάλογες κινήσεις.
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι αυτά τα funds αποτελούν πρόσφατα δημιουργήματα κορυφαίων στελεχών μεγάλων οίκων, όπως της Morgan Stanley και της JPMorgan Chase & Co. Σύμφωνα με την PricewaterhouseCoopers, οι ευρωπαϊκές τράπεζες πέρυσι πούλησαν ενυπόθηκα δάνεια ακινήτων ονομαστικής αξίας 18 δισ. ευρώ, έναντι 13 δισ. ευρώ το 2012.
 
Η Goldman Sachs έφτιαξε το «fund των μικρομεσαίων»
 
Απόδοση 1,5% στον μήνα έγραψε το global income builder portfolio, που έχει κατώφλι εισόδου 3.600 ευρώ
 
Με απόδοση που μόλις μέσα σε έναν μήνα ξεπέρασε το 1,5% και ελάχιστη αρχική επένδυση τα 3.600 ευρώ (5.000 δολ.), το αμοιβαίο κεφάλαιο της Goldman Sachs Asset Management (GSAM), Global Income Builder Portfolio, προσελκύει πανευρωπαϊκά αλλά και στην Ελλάδα την προσοχή των αποταμιευτών, αφού ανταγωνίζεται τις προθεσμιακές καταθέσεις, αν και με υψηλότερο ρίσκο, αλλά και με υψηλότερες δυνητικά αποδόσεις.
 
Το χαμηλό κόστος εισόδου συγκριτικά με ανοιχτά διαπραγματεύσιμα αμοιβαία αυτών των χαρακτηριστικών έχει κάνει πολλούς να μιλούν για το «fund των χαμηλών εισοδημάτων». Ο αμερικανικός οίκος με το εν λόγω αμοιβαίο έχει στοχεύσει στο ευρωπαϊκό retail, όπως και πλήθος ανταγωνιστών του, επωφελούμενος, όμως, από το ισχυρό brand name του. Τα μερίδια ξεκίνησαν τη διαπραγμάτευση στα μέσα Μαρτίου με τιμή 100 μονάδες και διαπραγματεύεται ήδη άνω των 101,5. To Global Income Builder Portfolio έχει έδρα το Λουξεμβούργο και υπάγεται στην οικογένεια των funds που λειτουργούν υπό την ομπρέλα της Goldman Sachs Funds S1CAV.
 
Επενδυτικός στόχος του fund, κατά τον οίκο, είναι η παροχή ελκυστικού και σταθερού εισοδήματος, υπεραξίας και λιγότερης διακυμανσιμότη-τας από τις χρηματιστηριακές αγορές, υιοθετώντας μια στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης και τοποθετούμενο σε ένα μεγάλο εύρος ευκαιριών σε μετοχές και σταθερό εισόδημα, τόσο σε παραδοσιακούς όσο και σε μη παραδοσιακούς τομείς της αγοράς. Η GSAM είναι ο βραχίονας της Goldman στο asset management και διαθέτει υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 919 δισ. δολαρίων. Οι διαχειριστές του Global Income Builder Portfolio (τόσο αυτοί του Global Fixed Income όσο και του Fundamental Equity) τοποθετούνται σε μετοχές υψηλής ποιότητας και σε ομόλογα υψηλότερων αποδόσεων, σε κλάδους που ενδεχομένως να είναι λιγότερο εκτεθειμένοι στην κυκλική φύση των αγορών, αλλά και σε μη συμβατικά assets, συμπεριλαμβανομένων των μετατρέψιμων ομολογιών, των τραπεζικών δανείων, των προνομιούχων μετοχών, των REITs και των μετοχών του κλάδου ενεργειακών υποδομών.
 
Η ομάδα διαχείρισης έχει επίσης τη δυνατότητα να διαχειρίζεται ενεργά τον κίνδυνο επιτοκίου, ενώ το fund συμμορφώνεται με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής οδηγίας UCITS, οι οποίες επιτρέπουν σε αμοιβαία επενδυτικά σχήματα να λειτουργούν ελεύθερα πανευρωπαϊκά υπό το θεσμικό πλαίσιο μόνο μίας χώρας-μέλους, επί του προκειμένου του Λουξεμβούργου.
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο" της 10ης Μαΐου.